6 αποτελέσματα για «謁»
謁見 えっけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίσημη ακρόαση (με πρόσωπο υψηλού αξιώματος, π.χ. ευγενή)
謁 えつ
ουσιαστικό
- 01 ακρόαση (με ανώτερο πρόσωπο, π.χ. ευγενή)
- 02 επισκεπτήριο, επαγγελματική κάρτα
謁する えっする
ρήμα
- 01 γίνομαι δεκτός σε ακρόαση από ανώτερο πρόσωπο
謁す えっす
ρήμα
- 01 γίνομαι δεκτός σε ακρόαση
謁見の間 えっけんのま
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αίθουσα θρόνου, αίθουσα ακροάσεων
謁
- 01 ακροατήριο, κοινό
- 02 ακρόαση (με βασιλιά)