8 αποτελέσματα για «讃»

讃岐 さぬき

ουσιαστικό

  1. 01 Σανούκι (πρώην επαρχία που βρισκόταν στη σημερινή νομαρχία Καγκάβα)
讃岐うどん さぬきうどん

ουσιαστικό

  1. 01 σανούκι ούντον, παχιά μακαρόνια ούντον από τον νομό Καγκάβα
讃賞 さんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έπαινος
讃談 さんだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έπαινος προς τον Βούδα, κήρυγμα
  2. 02 έπαινος (η δεύτερη από τις πέντε πύλες της ενσυνειδητότητας)
  3. 03 ύφος βουδιστικού ύμνου, συνήθως για τον έπαινο του Βούδα, των Μποντισάτβα, των βουδιστικών διδασκαλιών κ.λπ.
  4. 04 φήμη, διάδοση, φήμες
讃岐式アクセント さぬきしきアクセント

ουσιαστικό

  1. 01 ακцент Σανούκι, χρησιμοποιείται στη βόρεια Σικόκου
讃岐岩 さぬきがん

ουσιαστικό

  1. 01 σανουκίτης
讃岐弁 さぬきべん

ουσιαστικό

  1. 01 διάλεκτος Σανούκι
  1. 01 έπαινος
  2. 02 τίτλος σε εικόνα