38 αποτελέσματα για «象»

象徴 しょうちょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύμβολο (αφηρημένης έννοιας), έμβλημα, (συμβολική) αναπαράσταση
ぞう N3

ουσιαστικό

  1. 01 ελέφαντας (οικογένεια Ελεφαντίδες)
象る かたどる

ρήμα

  1. 01 προπλάθω, παίρνω τη μορφή του, κατασκευάζομαι με βάση κάποιο πρότυπο, μιμούμαι
  2. 02 συμβολίζω, αντιπροσωπεύω
象徴的 しょうちょうてき

επίθετο

  1. 01 συμβολικός
象牙 ぞうげ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεφαντόδοντο
しょう

ουσιαστικό

  1. 01 μορφή, σχήμα, φιγούρα, εμφάνιση, φαινόμενο
象牙色 ぞうげいろ

ουσιαστικό

  1. 01 ελεφαντόδοντο
象形文字 しょうけいもじ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερογλυφικό, ιερογλυφικός χαρακτήρας
象嵌 ぞうがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένθετο, ενθετική εργασία, δαμασκηνία
象の鼻 ぞうのはな

ουσιαστικό

  1. 01 προβοσκίδα ελέφαντα
象牙の塔 ぞうげのとう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ελεφαντοστέινος πύργος (απομόνωση από τον πραγματικό κόσμο)
象徴主義 しょうちょうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συμβολισμός (καλλιτεχνικό κίνημα του 19ου αιώνα)
象徴派 しょうちょうは

ουσιαστικό

  1. 01 συμβολισμός, συμβολιστές
象牙細工 ぞうげざいく

ουσιαστικό

  1. 01 ελεφαντοστούν (τεχνική επεξεργασίας ή αντικείμενο από ελεφαντοστό)
象形 しょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 ιερογλυφικά
  2. 02 εικονογράμμα, χαρακτήρας που αναπαριστά την εικόνα ενός αντικειμένου
象限 しょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 τεταρτημόριο
象使い ぞうつかい

ουσιαστικό

  1. 01 ελεφαντοκόμος
象皮病 ぞうひびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ελεφαντίαση
象限儀 しょうげんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 τεταρτοκυκλικό όργανο
象牙海岸 ぞうげかいがん

ουσιαστικό

  1. 01 Ακτή Ελεφαντοστού