42 αποτελέσματα για «貝»

かい N3

ουσιαστικό

  1. 01 οστρακοειδές
  2. 02 κοχύλι, κέλυφος
貝殻 かいがら N1

ουσιαστικό

  1. 01 κοχύλι, όστρακο
貝塚 かいづか

ουσιαστικό

  1. 01 σωρός από όστρακα, ανάχωμα από όστρακα, αρχαιολογικό κατάλοιπο κουζίνας
貝類 かいるい

ουσιαστικό

  1. 01 οστρακοειδή
貝柱 かいばしら

ουσιαστικό

  1. 01 προσαγωγός μυς
  2. 02 προσαγωγός μυς δίθυρου μαλακίου (π.χ. χτένι κ.λπ.)
貝を吹く かいをふく

άλλο, ρήμα

  1. 01 φυσώ κοχύλι, σαλπίζω με όστρακο, ηχώ πολεμικό κέρας
貝合わせ かいあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 καϊαουάσε, παιχνίδι ταιριάσματος οστράκων της περιόδου Χεϊάν
  2. 02 καϊαουάσε, παιχνίδι σύγκρισης οστράκων της περιόδου Χεϊάν
  3. 03 τριβαδισμός, τριβή
貝細工 かいざいく

ουσιαστικό

  1. 01 κοχυλοτεχνία
貝肉 かいにく

ουσιαστικό

  1. 01 ψίχα οστρακοειδούς
貝毒 かいどく

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητήριο οστρακοειδών
貝母 バイモ

ουσιαστικό

  1. 01 φριτιλάρια (Fritillaria verticillata var. thunbergii)
貝割 かいわり

ουσιαστικό

  1. 01 φύτρο ραπανιού
貝焼き かいやき

ουσιαστικό

  1. 01 οστρακοειδή ψημένα μέσα στο κέλυφός τους
  2. 02 αχιβάδες, χτένια, κ.λπ. σιγοβρασμένα μέσα στο κέλυφός τους
貝殻骨 かいがらぼね

ουσιαστικό

  1. 01 ωμοπλάτη
貝紫色 かいむらさきいろ

ουσιαστικό

  1. 01 πορφύρα της Τύρου, βασιλική πορφύρα
貝多羅葉 ばいたらよう

ουσιαστικό

  1. 01 μπάιταραγιο (φύλλα φοίνικα που χρησιμοποιούνταν στην αρχαία Ινδία για γραφή)
貝ボタン かいボタン

ουσιαστικό

  1. 01 κουμπί από φίλντισι
貝紫 かいむらさき

ουσιαστικό

  1. 01 τυριανή πορφύρα
貝杓子 かいじゃくし

ουσιαστικό

  1. 01 κοχύλι σε σχήμα κουτάλας
貝独楽 べいごま

ουσιαστικό

  1. 01 σβούρα (παραδοσιακά κατασκευασμένη από κοχύλι του είδους Babylonia japonica)