14 αποτελέσματα για «貢»
貢献 こうけん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνεισφορά (στην προώθηση ενός στόχου ή σκοπού), υπηρεσίες (σε έναν σκοπό)
- 02 απόδοση φόρου τιμής, φόρος τιμής
貢ぐ みつぐ
ρήμα
- 01 υποστηρίζω οικονομικά κάποιον, χρηματοδοτώ, παρέχω χρήματα, προσφέρω για υποστήριξη
- 02 προσφέρω χρήματα ή δώρα σε μονάρχη (φεουδάρχη, κ.λπ.)
貢ぎ物 みつぎもの
ουσιαστικό
- 01 φόρος υποτέλειας, δώρο
貢 こう
ουσιαστικό
- 01 φόρος υποτέλειας, δώρο
貢ぎ みつぎ
ουσιαστικό
- 01 φόρος υποτελείας (προς μονάρχη, φεουδάρχη κ.λπ.)
- 02 φόροι, φορολογία
貢納 こうのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταβάλλω φόρο υποτελείας
貢租 こうそ
ουσιαστικό
- 01 ετήσιος φόρος, φόρος υποτελείας
貢進 こうしん
ουσιαστικό
- 01 καταβολή φόρου υποτελείας, συνεισφορά, παρουσίαση κάποιου πράγματος σε αριστοκράτη
貢賦 こうふ
ουσιαστικό
- 01 φόρος και φορολογία
貢献利益 こうけんりえき
ουσιαστικό
- 01 περιθώριο συνεισφοράς, οριακό εισόδημα
貢献者 こうけんしゃ
ουσιαστικό
- 01 συνεισφέρων, συμμετέχων
- 02 συνεισφέρων, δωρητής
貢献度 こうけんど
ουσιαστικό
- 01 βαθμός συνεισφοράς
貢茶 ゴンチャ
ουσιαστικό
- 01 Γκονγκ Τσα (ταϊβανέζικη αλυσίδα καταστημάτων τσαγιού με φούσκες)
貢
- 01 φόρος τιμής, προσφορά
- 02 υποστήριξη, στήριξη
- 03 χρηματοδότηση