71 αποτελέσματα για «貧»

貧乏 びんぼう N1

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φτωχός, άπορος, εξαθλιωμένος
貧しい まずしい N3

επίθετο

  1. 01 φτωχός, άπορος
  2. 02 ελλιπής, φτωχός, λιγοστός, ανεπαρκής
貧弱 ひんじゃく N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φτωχός, ισχνός, λιγοστός, αδύναμος, ανεπαρκής, άθλιος, ανούσιος
貧血 ひんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 αναιμία
貧相 ひんそう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φτωχική εμφάνιση, εξαθλιωμένη εμφάνιση
  2. 02 λιγνός, ισχνός, αραιός, ευτελής, πενιχρός, ανεπαρκής
貧困 ひんこん N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 φτώχεια, εξαθλίωση, ένδεια, ανέχεια
  2. 02 έλλειψη, στέρηση
貧乏人 びんぼうにん

ουσιαστικό

  1. 01 φτωχός, άπορος
貧乳 ひんにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό στήθος
貧民 ひんみん

ουσιαστικό

  1. 01 άποροι, φτωχός πληθυσμός
貧民街 ひんみんがい

ουσιαστικό

  1. 01 παραγκούπολη, φτωχογειτονιά
ひん

ουσιαστικό

  1. 01 φτώχεια, ένδεια, στέρηση, ανάγκη
  2. 02 ανεπάρκεια, έλλειψη, έλλειμμα
貧乏くじ びんぼうくじ

ουσιαστικό

  1. 01 άτυχη επιλογή, ατυχής κλήρος, κακή συμφωνία
貧乏性 びんぼうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγκουνιά, ροπή προς τη φειδωλότητα, τάση για οικονομία
  2. 02 τάση να αγχώνεται κανείς για ασήμαντα πράγματα, ανήσυχη ιδιοσυγκρασία
貧する ひんする

ρήμα

  1. 01 καταντώ φτωχός, είμαι φτωχός
貧乏くじを引く びんぼうくじをひく

άλλο, ρήμα

  1. 01 τραβώ τον κοντό κλήρο, πέφτω στο θύμα μιας κακής συμφωνίας
貧富の差 ひんぷのさ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, εισοδηματική ανισότητα, κοινωνική ανισότητα
貧窮 ひんきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεγάλη φτώχεια
貧乏くさい びんぼうくさい

επίθετο

  1. 01 φτωχικός, ταλαιπωρημένος, αξιολύπητος, μουντός
貧民窟 ひんみんくつ

ουσιαστικό

  1. 01 παραγκούπολη
貧困層 ひんこんそう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνικά στρώματα, φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού, οι άποροι