17 αποτελέσματα για «貪»
貪る むさぼる
ρήμα
- 01 λαχταρώ, επιθυμώ σφόδρα, πλεονεκτώ, διψώ για κάτι, επιζητώ ακόρεστα
- 02 επιδίδομαι σε κάτι, κάνω κάτι ακατάπαυστα, συνεχίζω να κάνω κάτι αδιάκοπα
- 03 τρώω άπληστα, καταβροχθίζω
貪欲 どんよく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 άπληστος, φιλοχρήματος, πλεονέκτης
貪欲 とんよく
ουσιαστικό
- 01 ράγκα (επιθυμία)
貪 たん
ουσιαστικό
- 01 φιλοδόξηση, απληστία
- 02 ράγκα (επιθυμία)
貪り食う むさぼりくう
ρήμα
- 01 τρώνω λαίμαργα, καταβροχθίζω, καταβροχθίζω βιαστικά, καταπίνω αμάσητο
貪り尽くす むさぼりつくす
ρήμα
- 01 καταναλώνω άπληστα
貪婪 どんらん
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πλεονεξία, απληστία
貪食 どんしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λωποδυτία, αδηφαγία, λαιμαργία
貪り食らう むさぼりくらう
ρήμα
- 01 καταβροχθίζω άπληστα
貪瞋痴 とんじんち
ουσιαστικό
- 01 οι τρεις κλέσες που δηλητηριάζουν την καρδιά του ανθρώπου (απληστία, μίσος και πλάνη)
貪官汚吏 たんかんおり
ουσιαστικό
- 01 διεφθαρμένος κυβερνητικός αξιωματούχος
貪愛 とんあい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσκόλληση, πόθος
貪汚 たんお
ουσιαστικό
- 01 απληστία, πλεονεξία
- 02 διαφθορά
貪食細胞 どんしょくさいぼう
ουσιαστικό
- 01 φαγοκύτταρο
貪欲法 どんよくほう
ουσιαστικό
- 01 απληστός αλγόριθμος
貪戻 たんれい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πλεονεξία και απανθρωπιά
貪
- 01 επιθυμώ σφοδρά
- 02 επιδίδομαι σε