41 αποτελέσματα για «賃»
賃金 ちんぎん N1
ουσιαστικό
- 01 μισθός, αμοιβή
- 02 πληρωμή ενοικίου
賃 ちん
ουσιαστικό
- 01 ενοίκιο, χρέωση, αντίτιμο, κόμιστρο, αμοιβή, μεταφορικά, μισθός, πληρωμή
賃貸 ちんたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκμίσθωση, ενοικίαση
賃料 ちんりょう
ουσιαστικό
- 01 ενοίκιο, μίσθωμα
賃貸契約 ちんたいけいやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μίσθωση, συμβόλαιο ενοικίασης
賃貸マンション ちんたいマンション
ουσιαστικό
- 01 ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, πολυκατοικία με ενοικιαζόμενα διαμερίσματα
賃貸料 ちんたいりょう
ουσιαστικό
- 01 ενοίκιο, μίσθωμα
賃貸住宅 ちんたいじゅうたく
ουσιαστικό
- 01 ενοικιαζόμενη κατοικία, ενοικιαζόμενα σπίτια, σπίτι προς ενοικίαση
賃上げ ちんあげ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αύξηση μισθού, μισθολογική αναπροσαρμογή
賃銭 ちんせん
ουσιαστικό
- 01 μεροκάματο, αμοιβή
賃仕事 ちんしごと
ουσιαστικό
- 01 εργασία με το κομμάτι
賃貸アパート ちんたいアパート
ουσιαστικό
- 01 ενοικιαζόμενο διαμέρισμα
賃借 ちんしゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενοικίαση, μίσθωση
賃金労働者 ちんぎんろうどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 μισθωτός εργάτης, μισθωτός εργαζόμενος, αμειβόμενος εργάτης
賃貸し ちんがし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκμίσθωση, ενοικίαση, παραχώρηση προς χρήση
賃餅 ちんもち
ουσιαστικό
- 01 ρύζι που κοπανίζεται για την παρασκευή κέικ ρυζιού (μότσι) κατόπιν πληρωμής από τον πελάτη
賃貸借契約 ちんたいしゃくけいやく
ουσιαστικό
- 01 συμφωνητικό μίσθωσης, συμβόλαιο ενοικίασης, μισθωτήριο
賃労働 ちんろうどう
ουσιαστικό
- 01 μισθωτή εργασία
賃借人 ちんしゃくにん
ουσιαστικό
- 01 μισθωτής, ενοικιαστής
賃貸借 ちんたいしゃく
ουσιαστικό
- 01 ενοικίαση, μίσθωση