7 αποτελέσματα για «賄»
賄賂 わいろ
ουσιαστικό
- 01 δωροδοκία, λάδωμα, αθέμιτο χρηματικό αντάλλαγμα
賄う まかなう N1
ρήμα
- 01 προμηθεύω (αγαθά, χρήματα, κ.λπ.), καλύπτω (έξοδα), πληρώνω, χρηματοδοτώ, συντηρώ (π.χ. μια οικογένεια)
- 02 παρέχω στέγη και τροφή, προσφέρω γεύματα
賄い まかない
ουσιαστικό
- 01 διατροφή, σίτιση, γεύματα, κέτερινγκ, μάγειρας
賄い婦 まかないふ
ουσιαστικό
- 01 μαγείρισσα
賄い方 まかないかた
ουσιαστικό
- 01 αρχιμάγειρας, υπεύθυνος κουζίνας
賄賂罪 わいろざい
ουσιαστικό
- 01 δωροδοκία (έγκλημα)
賄
- 01 δωροδοκία
- 02 διατροφή
- 03 προμήθεια
- 04 χρηματοδότηση