まかな

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προμηθεύω (αγαθά, χρήματα, κ.λπ.), καλύπτω (έξοδα), πληρώνω, χρηματοδοτώ, συντηρώ (π.χ. μια οικογένεια)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παρέχω στέγη και τροφή, προσφέρω γεύματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
賄う
Παρόν (ευγενικό)
賄います
Άρνηση (απλή)
賄わない
Άρνηση (ευγενική)
賄いません
Παρελθόν (απλό)
賄った
Παρελθόν (ευγενικό)
賄いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
賄わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
賄いませんでした
Τε-μορφή
賄って
Δυνητική
賄える
Προστακτική
賄え
Βουλητική
賄おう
Υποθετική (ば)
賄えば