14 αποτελέσματα για «賦»
賦 ふ
ουσιαστικό
- 01 ποίημα
- 02 αφήγηση (τεχνοτροπία του Σι Τζινγκ)
- 03 κλασικός κινεζικός έμμετρος πεζός λόγος
賦活 ふかつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενεργοποίηση, αναζωογόνηση, τόνωση
賦役 ふえき
ουσιαστικό
- 01 αναγκαστική εργασία, καταναγκαστική υπηρεσία
賦与 ふよ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προίκιση με κάτι (π.χ. χάρισμα), ευλογία με κάτι, δωρεά
賦課 ふか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιβολή, φορολόγηση
賦する ふする
ρήμα
- 01 κατανέμω, διανέμω
- 02 συνθέτω (ποίηση κ.ά.)
賦税 ふぜい
ουσιαστικό
- 01 φορολογία
賦存量 ふぞんりょう
ουσιαστικό
- 01 αποθέματα (πετρελαίου, φυσικού αερίου κ.λπ.), δυνητική ισχύς (αιολικής ενέργειας, ηλιακής ενέργειας κ.λπ.)
賦性 ふせい
ουσιαστικό
- 01 φύση, ιδιοσυγκρασία
賦形剤 ふけいざい
ουσιαστικό
- 01 έκδοχο (αδρανές συστατικό που προστίθεται σε φάρμακο), πληρωτικό
賦払い ぶばらい
ουσιαστικό
- 01 πληρωμή με δόσεις, διακανονισμός πληρωμής, σχέδιο ευκολιών πληρωμής
賦存 ふぞん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ύπαρξη (φυσικών πόρων), παρουσία
賦詠 ふえい
ουσιαστικό
- 01 ποίημα, η σύνθεση ενός ποιήματος
賦
- 01 επιβολή, φόρος
- 02 ωδή
- 03 πεζός λόγος, πεζό
- 04 ποίημα
- 05 φόρος τιμής, αφιέρωμα
- 06 δόση, τμηματική καταβολή