13 αποτελέσματα για «贅»
贅沢 ぜいたく N3
ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα
- 01 πολυτέλεια, χλιδή
- 02 ζω με πολυτέλεια, καλοπερνώ, απολαμβάνω
- 03 πολυτελής, άφθονος, πλούσιος, σπάταλος
- 04 υπερβολικός (π.χ. απαιτήσεις, προσδοκίες)
贅 ぜい
ουσιαστικό
- 01 σπατάλη, πολυτέλεια
贅肉 ぜいにく
ουσιαστικό
- 01 περιττό πάχος, λίπος, χαλαρό δέρμα
贅沢品 ぜいたくひん
ουσιαστικό
- 01 είδος πολυτελείας, αγαθά πολυτελείας
贅沢を言う ぜいたくをいう
άλλο, ρήμα
- 01 ζητώ υπερβολικά πράγματα, έχω πολύ υψηλές απαιτήσεις
贅沢三昧 ぜいたくざんまい
ουσιαστικό
- 01 ενδίδω σε κάθε πιθανή πολυτέλεια
贅言 ぜいげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λογορροϊκός λόγος, πλεονασμός
贅六 ぜいろく
ουσιαστικό
- 01 άνθρωπος από την περιοχή Κανσάι
贅する ぜいする
ρήμα
- 01 λέω περισσότερα από όσα χρειάζονται
贅沢を言えばきりがない ぜいたくをいえばきりがない
άλλο
- 01 η επιθυμία για το καλύτερο δεν έχει τέλος
贅を尽くす ぜいをつくす
άλλο, ρήμα
- 01 δαπανώ αφειδώς, ζω με πολυτέλεια, απολαμβάνω την απόλυτη χλιδή
贅沢な悩み ぜいたくななやみ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πρώτου κόσμου πρόβλημα, πολυτέλεια προβληματισμού
贅
- 01 πολυτέλεια