9 αποτελέσματα για «贋»

贋作 がんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλαστό έργο, κάλπικο, αντίγραφο
贋金 にせがね

ουσιαστικό

  1. 01 παραχαραγμένο χρήμα
贋造 がんぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραποίηση, πλαστογραφία, κατασκευή ψευδών
贋札 がんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλαστό χαρτονόμισμα, κάλπικο χαρτονόμισμα
贋作者 がんさくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραχαράκτης, πλαστογράφος, οικειοποιητής
贋造紙幣 がんぞうしへい

ουσιαστικό

  1. 01 πλαστό χαρτονόμισμα
贋首 にせくび

ουσιαστικό

  1. 01 ψεύτικο κομμένο κεφάλι
贋アカシア にせアカシア

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδοακακία, ροβίνια η ψευδακακία
  1. 01 κίβδηλος, πλαστός, ψεύτικος
  2. 02 πλαστογράφηση, πλαστογράφημα