344 αποτελέσματα για «赤»

赤い あかい N5

επίθετο

  1. 01 κόκκινος, κατακόκκινος, πορφυρός, βυσσινής
  2. 02 κόκκινος (με πολιτική έννοια), κομμουνιστής
あか N5

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινος, πορφυρός, κατακόκκινος
  2. 02 χρώμα που περιέχει κόκκινο (π.χ. καφέ, ροζ, πορτοκαλί)
  3. 03 Κόκκινος (ως κομμουνιστής)
  4. 04 κόκκινο φως (τροχαίας)
  5. 05 κόκκινο μελάνι (π.χ. στα οικονομικά ή στη διόρθωση κειμένων), στο κόκκινο (με ζημίες)
  6. 06 πλήρης, ολικός, τέλειος, εμφανής
  7. 07 χαλκός
  8. 08 κόκκινη κάρτα 5 πόντων
赤ちゃん あかちゃん N4

ουσιαστικό

  1. 01 μωρό, βρέφος
赤ん坊 あかんぼう N4

ουσιαστικό

  1. 01 μωρό, βρέφος
赤面 せきめん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοκκινίζω, ανεβαίνει το αίμα στο πρόσωπο
  2. 02 αμηχανία, ντροπή
赤子 あかご

ουσιαστικό

  1. 01 μωρό, βρέφος
赤子 せきし

ουσιαστικό

  1. 01 βρέφος, μωρό
  2. 02 υπήκοος, λαός
赤らめる あからめる

ρήμα

  1. 01 κοκκινίζω, παίρνω χρώμα από ντροπή
赤黒い あかぐろい

επίθετο

  1. 01 βαθύς κόκκινος, σκούρος καφέ, κοκκινωπός καφέ
赤色 あかいろ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 κόκκινο, κόκκινο χρώμα
  2. 02 κομμουνιστικός, σοσιαλιστικός, αριστερός
赤毛 あかげ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινα μαλλιά, πυρόξανθα μαλλιά
赤み あかみ

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκινωπή απόχρωση, ελαφρύ κοκκίνισμα, ερυθρότητα, αναψοκοκκίνισμα
赤の他人 あかのたにん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τελείως άγνωστος, παντελώς ξένος
赤字 あかじ N1

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειμμα, παθητικό
  2. 02 κόκκινα γράμματα, κόκκινη γραφή
  3. 03 διορθώσεις (από δάσκαλο ή επιμελητή κειμένων) γραμμένες με κόκκινο χρώμα
赤点 あかてん

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυχημένος βαθμός, βαθμός κάτω από τη βάση (π.χ. σε εξετάσεις)
赤髪 あかがみ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινα μαλλιά
赤らむ あからむ N1

ρήμα

  1. 01 κοκκινίζω, ερυθριώ, αναψοκοκκινίζω
赤々 あかあか

επίρρημα

  1. 01 φωτεινά κόκκινος, λαμπερός
赤外線 せきがいせん

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρυθρες ακτίνες, υπέρυθρη ακτινοβολία
赤ワイン あかワイン

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινο κρασί