5 αποτελέσματα για «赴»

赴く おもむく N1

ρήμα

  1. 01 κατευθύνομαι, πηγαίνω, προχωρώ προς, ενεργώ σύμφωνα με
  2. 02 γίνομαι, εξελίσσομαι, αντιμετωπίζω (γεγονότα, καταστάσεις κ.λπ.)
  3. 03 τηρώ, συμμορφώνομαι, συμφωνώ, συναινώ, υπακούω
赴任 ふにん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετακίνηση σε άλλη τοποθεσία για την ανάληψη νέας εργασίας, μετάβαση σε νέα θέση
赴任地 ふにんち

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος ανάληψης νέων καθηκόντων, νέος τόπος διορισμού
赴援 ふえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση προς διάσωση, ενίσχυση (π.χ. στρατευμάτων)
  1. 01 πηγαίνω
  2. 02 φτάνω
  3. 03 γίνομαι
  4. 04 τείνω