6 αποτελέσματα για «跋»
跋扈 ばっこ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έξαρση, επικράτηση, κυριαρχία
跋 ばつ
ουσιαστικό
- 01 επίλογος, υστερόγραφο, εμβόλιμο καταληκτικό στροφικό σχήμα
跋渉 ばっしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιπλάνηση
跋文 ばつぶん
ουσιαστικό
- 01 επίμετρο, επίλογος, υστερόγραφο
跋扈跳梁 ばっこちょうりょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κακόβουλοι άνθρωποι που δρουν ανεξέλεγκτα και περιφέρονται κατά βούληση
跋
- 01 επίλογος
- 02 υστερόγραφο