9 αποτελέσματα για «跨»

跨る またがる

ρήμα

  1. 01 ανεβαίνω (σε άλογο, ποδήλατο, κ.λπ.), καβαλικεύω, κάθομαι με τα πόδια ανοιχτά εκατέρωθεν
  2. 02 εκτείνομαι (σε μια περιοχή, χρόνο, κ.λπ.), διαρκώ, εξαπλώνομαι
跨ぐ またぐ

ρήμα

  1. 01 πηδώ πάνω από, περνώ πάνω από, δρασκελίζω
  2. 02 εκτείνομαι πάνω από, γεφυρώνω, καβαλώ, διασκελίζω
跨線橋 こせんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 πεζογέφυρα πάνω από σιδηροδρομικές γραμμές (ειδικά πεζογέφυρα), υπερυψωμένη διάβαση
跨座式 こざしき

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος με δοκό υπερύψωσης
跨道橋 こどうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 πεζογέφυρα, ανισόπεδη διάβαση
跨ぎ またぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διασκελισμός (πάνω από κάτι)
跨線 こせん

άλλο

  1. 01 πάνω από τις σιδηροδρομικές γραμμές (γέφυρα κ.λπ.), υπεράνω των γραμμών
跨下 こか

ουσιαστικό

  1. 01 καβάλος, μηρός, βουβωνική χώρα
  1. 01 είμαι
  2. 02 κάθομαι ή στέκομαι αναβάδην
  3. 03 εκτείνομαι πάνω από
  4. 04 διασχίζω, κάθομαι ή στέκομαι αναβάδην