7 αποτελέσματα για «躊»

躊躇 ちゅうちょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δισταγμός, αναποφασιστικότητα, ταλάντευση
躊躇う ためらう

ρήμα

  1. 01 διστάζω, αμφιταλαντεύομαι
躊躇い ためらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δισταγμός, αμφιταλάντευση
躊躇いながら ためらいながら

άλλο

  1. 01 με δισταγμό, διστακτικά, διστακτικά και αμήχανα, απρόθυμα
躊躇わずに ためらわずに

άλλο

  1. 01 χωρίς δισταγμό, αδίστακτα, χωρίς δεύτερη σκέψη
躊躇逡巡 ちゅうちょしゅんじゅん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δισταγμός και αναποφασιστικότητα
  1. 01 διστάζω