144 αποτελέσματα για «軽»

軽い かるい N5

επίθετο

  1. 01 ελαφρύς, ανάλαφρος (π.χ. στην κίνηση)
  2. 02 ελαφροπάτητος, αβίαστος, ευκίνητος, ευέλικτος
  3. 03 ασήμαντος, μικρός, επουσιώδης, όχι σοβαρός
  4. 04 μικρός, ήπιος, απαλός, εύκολος, ανάλαφρος (π.χ. αστείο)
  5. 05 εύκολος, απλός
  6. 06 αδιάκριτος, επιπόλαιος
軽蔑 けいべつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιφρόνηση, χλευασμός, απαξίωση, υποτίμηση
軽やか かろやか

επίθετο

  1. 01 ελαφρύς, εύκολος, ανάλαφρος, ασήμαντος
軽々 かるがる

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 ανάλαφρα, εύκολα, απερίσκεπτα
軽快 けいかい N1

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάλαφρος (στις κινήσεις), ευκίνητος, σβέλτος, ελαστικός
  2. 02 ανάλαφρος, ευδιάθετος, ζωηρός, εύθυμος, ανεπίσημος (π.χ. ντύσιμο), ρυθμικός (π.χ. μελωδία)
  3. 03 βελτίωση (μιας ασθένειας), υποχώρηση συμπτωμάτων, ανάρρωση, ανάνηψη
けい

πρόθημα, ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύς (π.χ. αεροσκάφος, φορτηγό)
  2. 02 ελαφρύ μηχανοκίνητο όχημα (έως 660κ.εκ. και 64 ίππους), αυτοκίνητο κέι
軽口 かるくち

ουσιαστικό

  1. 01 φλύαρος, αθυρόστομος, αερολογία, επιπόλαιη συζήτηση
  2. 02 έξυπνη ατάκα, ελαφρύ αστείο, διασκεδαστική κουβέντα
軽々しい かるがるしい

επίθετο

  1. 01 παρορμητικός, απερίσκεπτος, αλόγιστος, απρόσεκτος, επιπόλαιος
軽減 けいげん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση, περιορισμός
軽率 けいそつ N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παρορμητικός, αλόγιστος, απρόσεκτος, βιαστικός, απερίσκεπτος
軽薄 けいはく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 επιπόλαιος, ελαφρόμυαλος, αβαθής, ρηχός, ασήμαντος, ανειλικρινής
軽口を叩く かるくちをたたく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αστειεύομαι, λέω αστεία
軽んじる かろんじる

ρήμα

  1. 01 υποτιμώ, περιφρονώ
軽食 けいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ γεύμα, σνακ, σνακ και αναψυκτικά
軽い気持ち かるいきもち

άλλο

  1. 01 ανάλαφρος, επιπόλαιος (ενέργεια που γίνεται χωρίς ιδιαίτερη σοβαρότητα)
軽装 けいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελαφριά ένδυση, ελαφρύ ντύσιμο
  2. 02 ελαφρύς εξοπλισμός, ελαφρύς οπλισμός
軽視 けいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποτίμηση, ελαφρά αντιμετώπιση, απαξίωση, περιφρόνηση, καταφρόνια
軽傷 けいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύς τραυματισμός
軽量 けいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύς
軽め かるめ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύς, μικρού βάρους
  2. 02 σχετική ελαφρότητα