27 αποτελέσματα για «輝»

輝く かがやく N3

ρήμα

  1. 01 λάμπω, αστράφτω, γυαλίζω
  2. 02 λάμπω, ακτινοβολώ, φωτίζομαι (από χαρά, ελπίδα κ.λπ.)
輝き かがやき

ουσιαστικό

  1. 01 φωτεινότητα, λάμψη, λαμπρότητα, ακτινοβολία, σπινθηροβόλημα
輝かしい かがやかしい

επίθετο

  1. 01 λαμπρός, ένδοξος, αστραφτερός, φωτεινός, μεγαλειώδης (π.χ. επίτευγμα, επιτυχία), πολλά υποσχόμενος (π.χ. μέλλον)
輝かす かがやかす

ρήμα

  1. 01 φωτίζω, λαμπρύνω
輝石 きせき

ουσιαστικό

  1. 01 πυρόξενος, αυγίτης
輝くばかり かがやくばかり

ουσιαστικό

  1. 01 λαμπερός, ακτινοβόλος
輝点 きてん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτεινή κηλίδα (π.χ. στίγμα σε ραντάρ), φωτεινή τελεία
  2. 02 καμένο πίξελ που παραμένει μόνιμα αναμμένο (ως ελάττωμα σε οθόνες LCD), κολλημένο πίξελ
輝度 きど

ουσιαστικό

  1. 01 φωτεινότητα, λαμπρότητα
輝線 きせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή εκπομπής
輝き渡る かがやきわたる

ρήμα

  1. 01 λάμπω έντονα σε όλη την έκταση
輝く女性 かがやくじょせい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκες που διαπρέπουν, γυναίκες σε εξέχουσες θέσεις
輝安鉱 きあんこう

ουσιαστικό

  1. 01 στιβνίτης, αντιμονίτης
輝々 きき

άλλο, επίρρημα

  1. 01 λαμπερός (για φως), ακτινοβόλος
輝夜姫 かぐやひめ

ουσιαστικό

  1. 01 Καγκούγια-χίμε (κεντρική ηρωίδα του Τακετόρι Μονογκατάρι), Πριγκίπισσα Καγκούγια
  2. 02 Καγκούγια-χίμε (σειρά μάνγκα της Ρέικο Σιμίτζου)
輝蒼鉛鉱 きそうえんこう

ουσιαστικό

  1. 01 βισμουθινίτης
輝煌帝 きこうてい

ουσιαστικό

  1. 01 ποιητική ονομασία για τον ήλιο
輝銅鉱 きどうこう

ουσιαστικό

  1. 01 χαλκοκίτης, υαλώδης χαλκός
輝石安山岩 きせきあんざんがん

ουσιαστικό

  1. 01 πυροξενικός ανδεσίτης
輝度信号 きどしんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα φωτεινότητας, σήμα Υ
輝銀鉱 きぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 αργεντίτης, αργυρίτης