6 αποτελέσματα για «轍»
轍 わだち
ουσιαστικό
- 01 αυλακιά, ίχνος τροχού, αυλάκι, χαραγματιά, πατημασιές, απόνερα
轍を踏む てつをふむ
άλλο, ρήμα
- 01 επαναλαμβάνω το λάθος κάποιου, κάνω το ίδιο λάθος με τον προκάτοχό μου, ακολουθώ τα χνάρια (κάποιου άλλου)
轍鮒の急 てっぷのきゅう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 επικείμενος κίνδυνος, άμεση δυσκολία
轍鮒 てっぷ
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο ή πράγμα σε άμεσο κίνδυνο, ψάρι πάνω στον πάγκο κοπής
轍叉 てっさ
ουσιαστικό
- 01 καρδιά αλλαγής τροχιάς σιδηροδρομικής γραμμής
轍
- 01 αυλάκι
- 02 ίχνος τροχού