11 αποτελέσματα για «轟»

轟音 ごうおん

ουσιαστικό

  1. 01 εκκωφαντικός πάταγος, βροντερός ήχος
轟く とどろく

ρήμα

  1. 01 βρυχώμαι, βροντώ, αντηχώ, ηχώ δυνατά, αντηχώ έντονα
  2. 02 γίνομαι γνωστός, γίνομαι διάσημος
  3. 03 κτυπώ δυνατά (για την καρδιά), σφυροκοπώ, πάλλω
とどろ

επίρρημα

  1. 01 βροντερός, εκκωφαντικός
轟々 ごうごう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 βροντερός, που βρυχάται, τρανταχτός, κροταλιστός
轟然 ごうぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 βροντερός, εκκωφαντικός, παταγώδης
轟沈 ごうちん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεση βύθιση (πλοίου λόγω τορπιλισμού, βομβαρδισμού, κ.λπ.)
轟かす とどろかす

ρήμα

  1. 01 παράγω βροντερό ήχο, αντηχώ
  2. 02 καθιστώ (το όνομα κάποιου κ.ά.) ευρύτερα γνωστό, διαδίδω
  3. 03 κάνω (την καρδιά) να χτυπά δυνατά, σφυροκοπώ
轟き とどろき

ουσιαστικό

  1. 01 βρυχηθμός, βροντή, βουητό, πάταγος
  2. 02 χτύπος, σφυγμός, παλμός
轟石 とどろきせき

ουσιαστικό

  1. 01 τοδοροκίτης
轟発 ごうはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκωφαντική έκρηξη, βροντερός κρότος
  2. 02 πυροδότηση (πυροβόλου, κ.λπ.) με δυνατό κρότο
  1. 01 βρυχώμαι
  2. 02 βροντώ
  3. 03 αντηχώ, βροντώ, κάνω βουητό