13 αποτελέσματα για «述»

述べる のべる N3

ρήμα

  1. 01 δηλώνω, εκφράζω, λέω, αναφέρω
述懐 じゅっかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκφραση σκέψεων ή αναμνήσεων, αφήγηση συναισθημάτων ή αναπολήσεων, ανάμνηση, αναπόληση
じゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 υπαγόρευση, προφορική δήλωση
述べ立てる のべたてる

ρήμα

  1. 01 εξιστορώ διεξοδικά, αναπτύσσω εύγλωττα (κάτι)
述語 じゅつご N2

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγόρημα
  2. 02 κατηγορούμενο
述べ合う のべあう

ρήμα

  1. 01 συγκρίνω (π.χ. σημειώσεις), ανταλλάσσω (π.χ. απόψεις, γνώμες)
述作 じゅっさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγγραφή (βιβλίου), έργο
述部 じゅつぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγόρημα
述語論理 じゅつごろんり

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματική λογική, κατηγορηματικός λογισμός
述語動詞 じゅつごどうし

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματικό ρήμα, κατηγορηματικός προσδιορισμός
述語名詞 じゅつごめいし

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματικό ουσιαστικό
述語形容詞 じゅつごけいようし

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορηματικό επίθετο
  1. 01 αναφέρω
  2. 02 δηλώνω
  3. 03 μιλάω
  4. 04 διηγούμαι