4 αποτελέσματα για «逞»
逞しい たくましい
επίθετο
- 01 εύρωστος, δυνατός, στιβαρός
- 02 ακατάβλητος, ακούραστος, αποφασιστικός, σθεναρός, τολμηρός
- 03 ρωμαλέος (για ζωτικότητα, όρεξη, οικονομική ανάπτυξη, κ.λπ.), έντονος
逞しくする たくましくする
ρήμα
- 01 αφήνω ελεύθερη (τη φαντασία μου)
逞しゅうする たくましゅうする
ρήμα
- 01 ελευθερώνω (τη φαντασία μου), αφήνω ελεύθερη (τη φαντασία μου)
- 02 μαίνομαι με όλη μου τη δύναμη, δρω ανεξέλεγκτα
逞
- 01 εύρωστος
- 02 μυώδης
- 03 τολμηρός