32 αποτελέσματα για «達»

たち

επίθημα

  1. 01 πληθυντικό επίθημα (ιδίως για ανθρώπους και ζώα, παλαιότερα τιμητικό)
達する たっする N3

ρήμα

  1. 01 φτάνω
達成 たっせい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίτευγμα, επίτευξη, ολοκλήρωση, κατόρθωμα, υλοποίηση, πραγμάτωση
達人 たつじん

ουσιαστικό

  1. 01 μάστορας, ειδικός, δεξιοτέχνης, αυθεντία
達者 たっしゃ N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υγιής, σε καλή κατάσταση, ακμαίος, εύρωστος
  2. 02 επιδέξιος, ικανός, έμπειρος
  3. 03 δάσκαλος, ειδικός
達成感 たっせいかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση ολοκλήρωσης
達観 たっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φιλοσοφική θεώρηση, αντιμετώπιση με φιλοσοφική διάθεση
  2. 02 μακρόπνοη οπτική, διορατική ματιά
達す たっす

ρήμα

  1. 01 φτάνω, καταλήγω
達筆 たっぴつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 καλλιγραφία, επιδέξιος γραφικός χαρακτήρας
  2. 02 ταχύτατη γραφή, έντονη γραφή
達磨 だるま

ουσιαστικό

  1. 01 νταρούμα, κούκλα που επανέρχεται στην όρθια θέση της, στρογγυλή, κόκκινη κούκλα τύχης σε σχήμα του Μποντιντάρμα, η οποία έχει ένα κενό μάτι που συμπληρώνεται όταν πραγματοποιηθεί η ευχή ενός ατόμου
  2. 02 Μποντιντάρμα
  3. 03 ιερόδουλη
達し たっし

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημη ανακοίνωση, ειδοποίηση
達成可能 たっせいかのう

επίθετο

  1. 01 εφικτός, επιτεύξιμος
達見 たっけん

ουσιαστικό

  1. 01 διορατικότητα, διεισδυτικότητα
達意 たつい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 διαύγεια, ευκρίνεια, κατανοητότητα
達識 たっしき

ουσιαστικό

  1. 01 διορατικότητα, διεισδυτική αντίληψη
達成度 たっせいど

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο επίτευξης
達文 たつぶん

ουσιαστικό

  1. 01 επιδέξια γραφή
達頼喇嘛 ダライラマ

ουσιαστικό

  1. 01 Δαλάι Λάμα
達磨ストーブ だるまストーブ

ουσιαστικό

  1. 01 σόμπα τύπου ντάρουμα, σόμπα με φουσκωτή κοιλιά
達弁 たつべん

ουσιαστικό

  1. 01 ευγλωττία