12 αποτελέσματα για «遡»

遡る さかのぼる N2

ρήμα

  1. 01 πλέω αντίθετα στο ρεύμα, ανεβαίνω (ένα ποτάμι)
  2. 02 επιστρέφω (στο παρελθόν ή στην καταγωγή), ανάγομαι (σε), ανατρέχω (σε), έχω αναδρομική ισχύ
遡行 そこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπλευση, κολύμβηση αντίθετα στο ρεύμα
遡上 そじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάβαση αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού, κολύμπι αντίθετα στο ρεύμα
遡及 そきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδρομικότητα, αναδρομική ισχύς
遡及的 そきゅうてき

επίθετο

  1. 01 αναδρομικός
遡源 さくげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανατρέχω στην πηγή, εντοπίζω την καταγωγή
遡求 そきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εξόφληση, εξαγορά
  2. 02 αναδρομική αξίωση, προσφυγή
遡河魚 そかぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 αναδρομικό ψάρι (ψάρι που μεταναστεύει αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού, π.χ. σολομός)
遡及書誌 そきゅうしょし

ουσιαστικό

  1. 01 αναδρομική βιβλιογραφία
遡求権 そきゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα αναγωγής, δικαίωμα εξόφλησης
遡及法 そきゅうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αναδρομικός νόμος
  1. 01 ανεβαίνω το ρεύμα
  2. 02 ανατρέχω στο παρελθόν