96 αποτελέσματα για «適»
適当 てきとう N4
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κατάλληλος, ενδεδειγμένος, αρμόζων, επαρκής
- 02 πρόχειρος, απρόσεκτος, αμελής, αναξιόπιστος, ανεύθυνος, τυπικός
適切 てきせつ N3
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κατάλληλος, ενδεδειγμένος, σωστός, αρμόζων, σχετικός
適する てきする N3
ρήμα
- 01 ταιριάζω, αρμόζω
適度 てきど N3
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 μέτριος, κατάλληλος, ισορροπημένος
適用 てきよう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εφαρμογή (κανόνα, νόμου, μεθόδου κ.λπ.)
適性 てきせい N1
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα, καταλληλότητα, αρμοδιότητα
適任 てきにん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ικανός, κατάλληλος, προσοντούχος
適応 てきおう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσαρμογή, εναρμόνιση, συμμόρφωση
適正 てきせい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εύλογος, κατάλληλος
適合 てきごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμμόρφωση, συμβατότητα, προσαρμοστικότητα, εναρμόνιση, σύμπτωση
適う かなう
ρήμα
- 01 εξυπηρετώ (τις ανάγκες, τα γούστα, τον σκοπό κ.λπ.), καλύπτω (προσδοκίες, επιθυμίες κ.λπ.), ανταποκρίνομαι σε (π.χ. ιδανικά), συνάδω με (τον νόμο, τα πρότυπα κ.λπ.), είμαι σύμφωνος με (τη λογική, την ηθική κ.λπ.)
適材適所 てきざいてきしょ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση
適宜 てきぎ N1
επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 κατάλληλος, ενδεδειγμένος, αρμόζων
- 02 καταλλήλως, αναλόγως, όπως απαιτείται, κατά την κρίση κάποιου
適任者 てきにんしゃ
ουσιαστικό
- 01 κατάλληλο πρόσωπο, άτομο με τα κατάλληλα προσόντα, υπεύθυνο μέρος, υπεύθυνο άτομο
適す てきす
ρήμα
- 01 ταιριάζω, αρμόζω
適量 てきりょう
ουσιαστικό
- 01 κατάλληλη ποσότητα, σωστή δόση, ιδανική δόση
適役 てきやく
ουσιαστικό
- 01 είμαι κατάλληλος για κάποιον ρόλο, είμαι το κατάλληλο πρόσωπο για μια δουλειά
- 02 κατάλληλος ρόλος, κατάλληλη θέση, ταιριαστός ρόλος, επιτυχημένη επιλογή ρόλου
適齢期 てきれいき
ουσιαστικό
- 01 κατάλληλη ηλικία (κυρίως για γάμο), ηλικία γάμου
適応力 てきおうりょく
ουσιαστικό
- 01 προσαρμοστικότητα, ικανότητα προσαρμογής, δυνατότητα προσαρμογής
適温 てきおん
ουσιαστικό
- 01 κατάλληλη θερμοκρασία, σωστή θερμοκρασία, μέτρια θερμοκρασία