19 αποτελέσματα για «遷»

遷都 せんと

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά της πρωτεύουσας
遷移 せんい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση (ιδίως σε επιστημονικά, υπολογιστικά κ.ά. πλαίσια)
  2. 02 διαδοχή
遷延 せんえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθυστέρηση, αναβολή
遷宮 せんぐう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά θεότητας σε νέο ιερό, μεταφορά ιερού
遷座 せんざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά ιερού ναού, μεταφορά αντικειμένου λατρείας
遷幸 せんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά της πρωτεύουσας (από τον αυτοκράτορα)
  2. 02 μετακίνηση του αυτοκράτορα ή ενός παραιτηθέντος αυτοκράτορα
遷化 せんげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος (υψηλόβαθμου ιερέα)
遷座祭 せんざさい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή μεταφοράς μιας θεότητας σε νέα τοποθεσία
遷宮祭 せんぐうさい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή σενγκούσαι (τελετουργική μεταφορά του ιερού αντικειμένου ενός ναού από ένα κτίριο σε άλλο)
遷流 せんる

ουσιαστικό

  1. 01 παροδικός
遷客 せんかく

ουσιαστικό

  1. 01 εξόριστος
遷移図 せんいず

ουσιαστικό

  1. 01 διάγραμμα μεταβάσεων
遷音速 せんおんそく

ουσιαστικό

  1. 01 διηχητική ταχύτητα
遷移元素 せんいげんそ

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχείο μετάπτωσης, μέταλλο μετάπτωσης
遷移確率 せんいかくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 πιθανότητα μετάβασης
遷移関数 せんいかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάρτηση μετάβασης
遷車台 せんしゃだい

ουσιαστικό

  1. 01 τραβέρσα, μεταφορική πλατφόρμα, πλατφόρμα μεταφοράς βαγονιών
遷御 せんぎょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετεγκατάσταση του αυτοκράτορα, ενός παραιτημένου αυτοκράτορα ή της βασιλομήτορος
  2. 02 μεταφορά ιερού, θεϊκού πνεύματος ή λατρευτικού αντικειμένου
  1. 01 μετάβαση
  2. 02 μετακινούμαι
  3. 03 αλλάζω