45 αποτελέσματα για «避»

避ける さける N3

ρήμα

  1. 01 αποφεύγω (τη σωματική επαφή)
  2. 02 αποφεύγω, διαφεύγω, αμελώ (μια κατάσταση, μια ερώτηση, ένα θέμα, τις ευθύνες μου)
  3. 03 αποκρούω, αποτρέπω, αποσοβώ
  4. 04 παραμερίζω, βάζω στην άκρη, απομακρύνω
避難 ひなん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταφυγή, εύρεση καταφυγίου, εκκένωση, διαφυγή, αναζήτηση ασφαλούς καταφυγίου
避難所 ひなんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο, ασφαλές καταφύγιο, κέντρο εκκένωσης, χώρος παροχής ασύλου
避難民 ひなんみん

ουσιαστικό

  1. 01 εκτοπισμένοι, πρόσφυγες
避妊 ひにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντισύλληψη, έλεγχος των γεννήσεων
避難場所 ひなんばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος έκτακτης εκκένωσης (συνήθως σε εξωτερικό χώρο), καταφύγιο
避暑地 ひしょち

ουσιαστικό

  1. 01 μέρος δροσερό το καλοκαίρι, μέρος όπου πηγαίνει κανείς για να ξεφύγει από τη ζέστη του καλοκαιριού, παραθεριστικό κέντρο
避けては通れない さけてはとおれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορεί να αποφευχθεί (για πρόβλημα κ.λπ.), αναπόφευκτος, μοιραίος
避妊具 ひにんぐ

ουσιαστικό

  1. 01 αντισυλληπτικό μέσο, μέσο αντισύλληψης
避けて通れない さけてとおれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορεί να αποφευχθεί (για πρόβλημα κ.λπ.), αναπόφευκτος, μοιραίος
避暑 ひしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυγή από τη θερινή ζέστη, μετάβαση σε δροσερότερο μέρος κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, παραθερισμός
避難勧告 ひなんかんこく

ουσιαστικό

  1. 01 σύσταση εκκένωσης, επίσημη συμβουλή για απομάκρυνση
避雷針 ひらいしん

ουσιαστικό

  1. 01 αλεξικέραυνο
避難者 ひなんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσφυγας, άτομο που εκκενώνει μια περιοχή
避難訓練 ひなんくんれん

ουσιαστικό

  1. 01 ασκηση ετοιμοτητας για καταστροφη
避難指示 ひなんしじ

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή εκκένωσης, ειδοποίηση εκκένωσης
避難先 ひなんさき

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο, προορισμός φυγάδων
避難経路 ひなんけいろ

ουσιαστικό

  1. 01 οδός διαφυγής, διαδρομή εκκένωσης
避妊薬 ひにんやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντισυλληπτικό, φάρμακο ελέγχου των γεννήσεων
避く さく

ρήμα

  1. 01 αποφεύγω, υπεκφεύγω