7 αποτελέσματα για «郊»
郊外 こうがい N4
ουσιαστικό
- 01 προάστιο, κατοικημένη περιοχή στα περίχωρα μιας πόλης, ζώνη μετακινούμενων
郊外電車 こうがいでんしゃ
ουσιαστικό
- 01 προαστιακός σιδηρόδρομος
郊外生活 こうがいせいかつ
ουσιαστικό
- 01 ζωή στα προάστια, ζωή στην περιφέρεια της πόλης
郊外化 こうがいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξαστικοποίηση, τάση πληθυσμού να μετακινείται προς τα προάστια
郊野 こうの
ουσιαστικό
- 01 προαστιακά χωράφια
郊外居住者 こうがいきょじゅうしゃ
ουσιαστικό
- 01 κάτοικος προαστίων
郊
- 01 περίχωρα, όρια πόλης
- 02 προάστια
- 03 αγροτική περιοχή, ύπαιθρος