6 αποτελέσματα για «郎»
郎 ろう
επίθημα, ουσιαστικό
- 01 υιός στη σειρά (π.χ. πρωτότοκος, δευτερότοκος)
- 02 λανγκ, αξιωματούχος στην αρχαία Κίνα
- 03 άνδρας, νεαρός άνδρας
- 04 ο σύζυγός μου, ο εραστής μου
- 05 παιδί στη σειρά (αρσενικού ή θηλυκού γένους)
郎党 ろうどう
ουσιαστικό
- 01 υποτελείς, ακόλουθοι, οπαδοί
郎君 ろうくん
ουσιαστικό
- 01 νεαρός, αγόρι, γιος (αφεντικού, εργοδότη κ.λπ.)
- 02 σύζυγος, εραστής, αγαπημένος, γλυκύς μου
郎女 いらつめ
ουσιαστικό
- 01 νεαρή κοπέλα
郎子 いらつこ
ουσιαστικό
- 01 νεαρός
郎
- 01 γιος
- 02 μετρητική λέξη για γιους