137 αποτελέσματα για «都»
都合 つごう N4
ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα
- 01 συνθήκη, κατάσταση, ευκολία
- 02 κανονίζω, διαχειρίζομαι
- 03 δανείζω, συγκεντρώνω χρήματα
- 04 συνολικά
都市 とし N3
ουσιαστικό
- 01 πόλη, δημοτικός, αστικός
都 と N4
ουσιαστικό, άλλο
- 01 μητρόπολη (του Τόκιο), μητροπολιτική περιφέρεια (Τόκιο), μητροπολιτικός νομός
- 02 αριθμητικό για πόλεις και κωμοπόλεις
- 03 πρωτεύουσα
都合のいい つごうのいい
άλλο, επίθετο
- 01 βολικός
都会 とかい N3
ουσιαστικό
- 01 πόλη
- 02 Μητροπολιτική Συνέλευση του Τόκιο
都 みやこ N3
ουσιαστικό
- 01 πρωτεύουσα (ειδικά η Κιότο, η πρώην πρωτεύουσα της Ιαπωνίας), έδρα της κυβέρνησης
- 02 πρωτεύουσα (της μουσικής, της μόδας κ.λπ.), πόλη (π.χ. του φωτός)
- 03 τοποθεσία του Αυτοκρατορικού Παλατιού
都合がいい つごうがいい
άλλο, επίθετο
- 01 βολικός, εξυπηρετικός
都内 とない
ουσιαστικό
- 01 εντός της μητροπολιτικής περιοχής του Τόκιο
都市伝説 としでんせつ
ουσιαστικό
- 01 αστικός μύθος
都合が悪い つごうがわるい
άλλο, επίθετο
- 01 άβολος, δυσμενής
都合の悪い つごうのわるい
άλλο, επίθετο
- 01 άβολος, δυσάρεστος, ακατάλληλος
都心 としん N2
ουσιαστικό
- 01 κέντρο της πόλης (ειδικότερα του Τόκιο), καρδιά μιας πόλης, εμπορικό κέντρο
都市部 としぶ
ουσιαστικό
- 01 αστική περιοχή, αστικό κέντρο
都度 つど
ουσιαστικό
- 01 κάθε φορά, οποιαδήποτε στιγμή
都合がつく つごうがつく
άλλο, ρήμα
- 01 διευθετούμαι, τακτοποιούμαι (αναφορικά με χρόνο, χρήματα κ.λπ.), είμαι σε θέση (να κάνω κάτι), συμπίπτω (με το πρόγραμμα ή τον προϋπολογισμό)
都市国家 としこっか
ουσιαστικό
- 01 πόλη-κράτος
都道府県 とどうふけん
ουσιαστικό
- 01 νομοί της Ιαπωνίας (οι μεγαλύτερες διοικητικές διαιρέσεις της Ιαπωνίας: Τόκιο-το, Οσάκα-φου, Κιότο-φου, Χοκάιντο και οι υπόλοιποι νομοί)
都民 とみん
ουσιαστικό
- 01 κάτοικος του Τόκιο, πολίτης του Τόκιο
都庁 とちょう
ουσιαστικό
- 01 Μητροπολιτική Κυβέρνηση του Τόκιο, κτίριο της Μητροπολιτικής Κυβέρνησης του Τόκιο
都知事 とちじ
ουσιαστικό
- 01 κυβερνήτης μητροπολιτικής περιφέρειας, κυβερνήτης του Τόκιο