7 αποτελέσματα για «酌»

しゃく

ουσιαστικό

  1. 01 σερβίρισμα αλκοολούχου ποτού
  2. 02 άτομο που σερβίρει αλκοολούχο ποτό (κυρίως γυναίκα)
酌み交わす くみかわす

ρήμα

  1. 01 σερβίρω ποτό ο ένας στον άλλον, πίνω μαζί
酌む くむ N3

ρήμα

  1. 01 σερβίρω (σάκε), γεμίζω ποτήρι, πίνω (παρέα)
  2. 02 λαμβάνω υπόψη (συναισθήματα, την κατάσταση κ.λπ.), συμπάσχω, διαισθάνομαι, κατανοώ
酌量 しゃくりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεκτίμηση, λήψη υπόψη, επιείκεια
酌婦 しゃくふ

ουσιαστικό

  1. 01 μπαργούμαν, σερβιτόρα
酌量減軽 しゃくりょうげんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρυντική μεταχείριση, μείωση της ποινής λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων
  1. 01 σερβίρισμα ποτών
  2. 02 σερβίρισμα σάκε
  3. 03 οικοδεσπότης
  4. 04 αντλώ (νερό)
  5. 05 κουτάλα
  6. 06 βγάζω με κουτάλα
  7. 07 αντλώ