14 αποτελέσματα για «醸»

醸し出す かもしだす

ρήμα

  1. 01 δημιουργώ (μια ατμόσφαιρα, ένα συναίσθημα, κ.λπ.), προκαλώ, επιφέρω
醸す かもす

ρήμα

  1. 01 παράγω (σάκε, κ.ά.)
  2. 02 προκαλώ, επιφέρω, γεννώ, δημιουργώ
醸造 じょうぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζυθοποιία, οινοποίηση, ζύμωση
醸成 じょうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ζύμωση, παραγωγή μέσω ζύμωσης
  2. 02 πρόκληση, δημιουργία, καλλιέργεια, υποκίνηση
醸造所 じょうぞうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ζυθοποιείο, αποστακτήριο
醸造酒 じょうぞうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμωτό οινοπνευματώδες ποτό, ποτό
醸造業 じょうぞうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανία ζυθοποιίας και οινοποιίας
醸造家 じょうぞうか

ουσιαστικό

  1. 01 ζυθοποιός, οινοποι
醸造学 じょうぞうがく

ουσιαστικό

  1. 01 οινολογία, ζυμολογία
醸造アルコール じょうぞうアルコール

ουσιαστικό

  1. 01 αποσταγμένη αλκοόλη (κυρίως αυτή που χρησιμοποιείται σε ορισμένα είδη σάκε και λικέρ), οινόπνευμα οινοποιίας, ζόζο αλκοόλ
醸造酢 じょうぞうす

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμωμένο ξίδι
醸母 じょうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 προζύμι, μαγιά
醸造調味料 じょうぞうちょうみりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμωμένο καρύκευμα (π.χ. μίριν, σάκε μαγειρικής, μίσο)
  1. 01 ζυμώνω, παρασκευάζω
  2. 02 προκαλώ, δημιουργώ