12 αποτελέσματα για «鉢»

はち N2

ουσιαστικό

  1. 01 μπολ, γλάστρα, λεκάνη
  2. 02 γλάστρα (για φυτά), ανθογλάστρα
  3. 03 κορυφή του κεφαλιού, κρανίο
鉢合わせ はちあわせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χτύπημα κεφαλιών
  2. 02 συνάντηση, τυχαία συνάντηση, απρόσμενη επαφή
鉢合わせる はちあわせる

ρήμα

  1. 01 συγκρούομαι μετωπικά, προσκρούω κεφάλι με κεφάλι
  2. 02 συναντώ τυχαία, πέφτω πάνω σε κάποιον
鉢植え はちうえ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτό σε γλάστρα
  2. 02 φύτευση σε γλάστρα
鉢巻 はちまき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κεφαλόδεσμος
鉢の木 はちのき

ουσιαστικό

  1. 01 δέντρο σε γλάστρα
鉢物 はちもの

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό που σερβίρεται σε μπολ
  2. 02 φυτό σε γλάστρα, μπονσάι
鉢の花 はちのはな

ουσιαστικό

  1. 01 λουλούδι σε γλάστρα
鉢映り はちうつり

ουσιαστικό

  1. 01 συμβατότητα μεταξύ της γλάστρας και του μπονσάι
鉢虫類 はちむしるい

ουσιαστικό

  1. 01 σκυφόζωα, αληθινές μέδουσες
鉢金 はちがね

ουσιαστικό

  1. 01 θόλος κράνους, το πάνω μέρος του κράνους
  2. 02 προστατευτική σιδερένια πλάκα που φοριέται σε κορδέλα κεφαλής
  1. 01 μπολ
  2. 02 δοχείο ρυζιού
  3. 03 γλάστρα
  4. 04 κορώνα