45 αποτελέσματα για «銃»

じゅう N3

ουσιαστικό

  1. 01 όπλο, πυροβόλο όπλο, φορητό όπλο (π.χ. τουφέκι, πιστόλι κ.λπ.)
つつ

ουσιαστικό

  1. 01 όπλο, πυροβόλο όπλο, όπλο με μακριά κάννη (π.χ. μουσκέτο, τουφέκι κ.λπ.)
銃声 じゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ήχος πυροβολισμού, κρότος όπλου
銃弾 じゅうだん

ουσιαστικό

  1. 01 σφαίρα (από τυφέκιο)
銃口 じゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 στόμιο όπλου, κάννη
銃撃 じゅうげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πυροβολισμός, εκτέλεση με πυροβόλο όπλο
銃身 じゅうしん

ουσιαστικό

  1. 01 κάννη πυροβόλου όπλου
銃器 じゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 φορητός οπλισμός
銃撃戦 じゅうげきせん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταλλαγή πυροβολισμών, πυρομαχία, ένοπλη συμπλοκή
銃殺 じゅうさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος από πυροβολισμό
銃を構えて じゅうをかまえて

άλλο

  1. 01 σε θέση βολής με το όπλο έτοιμο
銃剣 じゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 λόγχη
  2. 02 όπλα και σπαθιά
銃創 じゅうそう

ουσιαστικό

  1. 01 τραύμα από πυροβόλο όπλο
銃士 じゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 μουσκέτο
銃刀法 じゅうとうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για τον έλεγχο της κατοχής πυροβόλων όπλων, σπαθιών και άλλων παρόμοιων όπλων
銃火器 じゅうかき

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβόλο όπλο, ελαφρύς οπλισμός
銃把 じゅうは

ουσιαστικό

  1. 01 λαβή όπλου
銃火 じゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 πυρά όπλων
銃座 じゅうざ

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβολαρχία, θέση πυροβόλου
銃床 じゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοντάκιο (ενός πυροβόλου όπλου)