22 αποτελέσματα για «銭»

せん

ουσιαστικό

  1. 01 σεν (το ένα εκατοστό του γιεν)
  2. 02 νόμισμα κατασκευασμένο από ευτελή υλικά
  3. 03 το ένα χιλιοστό του καν (ως νομισματική μονάδα)
  4. 04 το ένα χιλιοστό του καν (ως μονάδα μάζας)
ぜに

ουσιαστικό

  1. 01 στρογγυλό νόμισμα με τετράγωνη τρύπα στο κέντρο
  2. 02 νόμισμα κατασκευασμένο από μη πολύτιμα υλικά
  3. 03 χρήμα
銭湯 せんとう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο λουτρό, λουτρό
銭勘定 ぜにかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπολογισμός εσόδων και εξόδων, καταμέτρηση κερδών και ζημιών
銭金 ぜにかね

ουσιαστικό

  1. 01 χρήματα
銭箱 ぜにばこ

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματοκιβώτιο
銭貨 せんか

ουσιαστικό

  1. 01 κέρμα (ειδικότερα ένα κέρμα της Ανατολικής Ασίας, πολλά από τα οποία έχουν μια τρύπα στο κέντρο)
銭袋 ぜにぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 πουγκί για κέρματα
銭入れ ぜにいれ

ουσιαστικό

  1. 01 ταμείο, πορτοφόλι, τσάντα
銭亀 ぜにがめ

ουσιαστικό

  1. 01 χελωνάκι, νεαρή ιαπωνική χελώνα λιμνών
銭葵 ぜにあおい

ουσιαστικό

  1. 01 μολόχα (Malva sylvestris var. mauritiana)
銭苔 ゼニゴケ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή μαρκαντία (Marchantia polymorpha)
  2. 02 ηπατικό βρύο
銭失い ぜにうしない

ουσιαστικό

  1. 01 σπατάλη χρημάτων
ぜぜ

ουσιαστικό

  1. 01 χρήματα
銭使い ぜにづかい

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος διαχείρισης χρημάτων
銭形海豹 ぜにがたあざらし

ουσιαστικό

  1. 01 ζενιγκάτα-αζαράσι (κοινή φώκια)
銭の取れる ぜにのとれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αξίζω τα χρήματα που κοστίζω
銭貨学 せんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 νομισματική
銭鱮 ぜにたなご

ουσιαστικό

  1. 01 Acheilognathus typus (είδος κυπρινοειδούς που μοιάζει με πικρόψαρο)
銭ころ ちゃんころ

ουσιαστικό

  1. 01 ρευστό, κέρμα