10 αποτελέσματα για «鋤»
鋤 すき
ουσιαστικό
- 01 φτυάρι
- 02 άροτρο
鋤鍬 すきくわ
ουσιαστικό
- 01 γεωργικό εργαλείο
鋤く すく
ρήμα
- 01 οργώνω, σκάβω, καλλιεργώ
鋤き返す すきかえす
ρήμα
- 01 οργώνω, ανασκάπτω
鋤き起こす すきおこす
ρήμα
- 01 ανασκάπτω το έδαφος, οργώνω
鋤簾 じょれん
ουσιαστικό
- 01 μακρύστενο εργαλείο από μπαμπού (ζορέν) που χρησιμοποιείται για το κοσκίνισμα χώματος ή άμμου
鋤鼻器 じょびき
ουσιαστικό
- 01 ρινικορινιαίο όργανο
鋤骨 じょこつ
ουσιαστικό
- 01 υνίο (οστό του κρανίου)
鋤足蛙 すきあしがえる
ουσιαστικό
- 01 σκαπανεοφόρος βάτραχος (οικογένεια Πελοβατίδες)
鋤
- 01 σκάβω
- 02 οργώνω