29 αποτελέσματα για «鋳»

鋳造 ちゅうぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χυτοσίδηρος, χύτευση, κοπή νομισμάτων
鋳型 いがた

ουσιαστικό

  1. 01 καλούπι, πρότυπο
鋳る いる

ρήμα

  1. 01 χωνεύω, μεταλλουργώ, κόβω νόμισμα
鋳物 いもの

ουσιαστικό

  1. 01 χυτό, αντικείμενο από χυτοσίδηρο
鋳鉄 ちゅうてつ

ουσιαστικό

  1. 01 χυτοσίδηρος
鋳潰す いつぶす

ρήμα

  1. 01 λιώνω μέταλλο για να το ανακυκλώσω
鋳物師 いものし

ουσιαστικό

  1. 01 χυτής, χυτευτής
鋳造所 ちゅうぞうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 χυτήριο, νομισματοκοπείο
鋳金 ちゅうきん

ουσιαστικό

  1. 01 χυτεύση
鋳直す いなおす

ρήμα

  1. 01 αναχωνεύω, επαναχαράσσω
鋳込む いこむ

ρήμα

  1. 01 χωνεύω σε καλούπι
鋳貨 ちゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 νομισματοκοπία, έκδοση νομισμάτων
鋳工 ちゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 χυτής
鋳掛け屋 いかけや

ουσιαστικό

  1. 01 γανωματής, καλαϊτζής
鋳込み いこみ

ουσιαστικό

  1. 01 χυτεύση, έκχυση
鋳塊 ちゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 μετάλλωμα, χελώνα
鋳鋼 ちゅうこう

ουσιαστικό

  1. 01 χυτοχάλυβας
鋳鉄管 ちゅうてつかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας από χυτοσίδηρο
鋳掛け いかけ

ουσιαστικό

  1. 01 επιδιόρθωση, μπάλωμα σκευών (όπως κατσαρόλες, τηγάνια, τσαγιέρες)
  2. 02 άνδρας και γυναίκα που περπατούν μαζί, ζευγάρι που περπατά μαζί
鋳直し いなおし

ουσιαστικό

  1. 01 αναδιαμόρφωση, επαναχύτευση