7 αποτελέσματα για «錬»
錬金術 れんきんじゅつ
ουσιαστικό
- 01 αλχημεία
- 02 τρόπος για να βγάλει κανείς χρήματα, επικερδής δραστηριότητα, πηγή εύκολου χρήματος
錬金術師 れんきんじゅつし
ουσιαστικό
- 01 αλχημιστής
錬成 れんせい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκπαίδευση, εξάσκηση, ενδυνάμωση
- 02 χρήση αλχημείας, παραγωγή (χρυσού, κ.λπ.) μέσω αλχημείας
錬る ねる
ρήμα
- 01 χαλυβδώνω (ατσάλι)
錬鉄 れんてつ
ουσιαστικό
- 01 σφυρήλατος σίδηρος
錬鋼 れんこう
ουσιαστικό
- 01 σφυρήλατος χάλυβας
錬
- 01 σκληραγωγώ
- 02 βελτιώνω
- 03 εξασκώ
- 04 εκπαιδεύω
- 05 γυαλίζω