18 αποτελέσματα για «鍛»
鍛える きたえる N1
ρήμα
- 01 σφυρηλατώ, σκληραίνω
- 02 εκπαιδεύω, προπονώ, ασκώ, πειθαρχώ
鍛錬 たんれん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκλήρυνση (μετάλλου), ανόπτηση, σφυρηλάτηση
- 02 σκλήρυνση, πειθαρχία, εκπαίδευση
鍛冶 かじ
ουσιαστικό
- 01 σιδηρουργία, σφυρηλάτηση
- 02 σιδηρουργός, μεταλλουργός
鍛え上げる きたえあげる
ρήμα
- 01 σκληραγωγώ πλήρως, ατσαλώνω καλά
- 02 εκπαιδεύω εξαντλητικά, προπονώ επιμελώς
鍛冶屋 かじや
ουσιαστικό
- 01 σιδεράς, μεταλλουργός
- 02 λοστός για την εξαγωγή καρφιών, νύχι (εργαλείο)
鍛造 たんぞう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σφυρηλάτηση
鍛冶場 かじば
ουσιαστικό
- 01 σιδηρουργείο, καμίνι, χυτήριο
鍛え きたえ
ουσιαστικό
- 01 σφυρηλάτηση, σκλήρυνση
- 02 εξάσκηση, εκπαίδευση, πειθαρχία
鍛鉄 たんてつ
ουσιαστικό
- 01 εξυγίανση σιδήρου, σφυρηλάτηση χάλυβα, σφυρήλατος σίδηρος
鍛接 たんせつ
ουσιαστικό
- 01 συγκόλληση δι' ερυθροπυρώσεως
鍛工 たんこう
ουσιαστικό
- 01 μεταλλουργός
鍛鋼 たんこう
ουσιαστικό
- 01 σφυρήλατος χάλυβας
鍛成 たんせい
ουσιαστικό
- 01 καλλιέργεια, εξάσκηση
鍛金 たんきん
ουσιαστικό
- 01 σφυρηλάτηση
鍛え抜く きたえぬく
ρήμα
- 01 προπονώ εντατικά (το σώμα, τους μυς, κ.λπ.), εξασκώ (μια δεξιότητα) μέχρι τελειότητας
鍛人 かぬち
ουσιαστικό
- 01 σιδηρουργός, μεταλλουργός
鍛え直す きたえなおす
ρήμα
- 01 ξαναπαίρνω τη φόρμα μου, επανεκπαιδεύω, ανασυγκροτώ, ξαναδιδάσκω
鍛
- 01 σφυρηλατώ
- 02 εκπαιδεύω, πειθαρχώ
- 03 εκπαιδεύω, προπονώ, γυμνάζω