7 αποτελέσματα για «鍬»
鍬 くわ
ουσιαστικό
- 01 σκαλιστήρι
鍬形 くわがた
ουσιαστικό
- 01 έμβλημα κράνους σε σχήμα σκαλιστήριου
- 02 ελαφοκάνθαρος
鍬入れ くわいれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τελετή θεμελίωσης, έναρξη εργασιών
- 02 πρωτοχρονιάτικη τελετή κατά την οποία χρησιμοποιείται σκαπάνη για να οργωθεί έδαφος που βρίσκεται σε τυχερή κατεύθυνση
鍬初め くわはじめ
ουσιαστικό
- 01 τελετή της Πρωτοχρονιάς κατά την οποία χρησιμοποιείται τσάπα για το πρώτο σκάψιμο σε χωράφι που βρίσκεται σε τυχερή κατεύθυνση
鍬形虫 くわがたむし
ουσιαστικό
- 01 κουβαγκατάμουσι (σκαθάρι με σαγόνια που μοιάζουν με τσουγκράνα)
鍬形草 くわがたそう
ουσιαστικό
- 01 Βερόνικα η μικελιανή (είδος βερόνικας)
鍬
- 01 τσάπα με μακριά λεπίδα σε οξεία γωνία