29 αποτελέσματα για «鎖»

くさり N3

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσίδα, αλυσίδες
鎖骨 さこつ

ουσιαστικό

  1. 01 κλείδα
鎖国 さこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εθνική απομόνωση, κλείσιμο της χώρας σε ξένους
  2. 02 σακόκου, πολιτική εθνικής απομόνωσης που θεσπίστηκε από το σογκουνάτο Τοκουγκάουα
鎖帷子 くさりかたびら

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσιδωτός θώρακας (πανοπλία)
鎖鎌 くさりがま

ουσιαστικό

  1. 01 δρεπάνι με αλυσίδα (ιαπωνικό όπλο)
鎖す さす

ουσιαστικό

  1. 01 κλείνω, σφαλίζω, ασφαλίζω, κλειδώνω
鎖状 さじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσοειδής
鎖国政策 さこくせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική απομόνωσης (του έθνους), πολιτική σακόκου
鎖骨下動脈 さこつかどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 υποκλείδιος αρτηρία
鎖国主義 さこくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικός απομονωτισμός, πολιτική απομόνωσης
鎖編み くさりあみ

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσιδωτή βελονιά
鎖蛇 クサリヘビ

ουσιαστικό

  1. 01 οχιά (ειδικότερα η οχιά χωρίς θερμοϋποδοχείς)
鎖鋸 くさりのこ

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσοπρίονο
鎖陰 さいん

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικατρησία
鎖樋 くさりとい

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσιδοειδής υδρορροή (κρέμεται από το λούκι και λειτουργεί ως κατακόρυφος αγωγός όμβριων υδάτων, συχνά κατασκευασμένη από διακοσμητικά κύπελλα)
鎖糸 くさりいと

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσίδα νήματος
鎖伝動 くさりでんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσοκίνηση
鎖線 させん

ουσιαστικό

  1. 01 διακεκομμένη γραμμή με τελείες, γραμμή με εναλλασσόμενες παύλες και τελείες
鎖式化合物 さしきかごうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοικτοαλυσωτή ένωση, ακυκλική ένωση
鎖歯車 くさりはぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 οδοντωτός τροχός αλυσίδας