45 αποτελέσματα για «鎮»

鎮座 ちんざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκαθίδρυση (θεότητας), παραμονή (σε ναό ή ιερό τόπο)
  2. 02 επιβλητική παρουσία (σε κάποιον χώρο), τοποθέτηση, ακινητοποίηση (σε ένα σημείο)
鎮圧 ちんあつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστολή (εξέγερσης, ανταρσίας κ.λπ.), υποστολή, πάταξη
鎮火 ちんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάσβεση, σβήσιμο (φωτιάς)
ちん

ουσιαστικό

  1. 01 βαρίδι
  2. 02 επόπτης ναού
  3. 03 πόλη (της Κίνας)
鎮魂 ちんこん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπαυση ψυχής
  2. 02 τελετή για την ανάπαυση αποθανούσας ψυχής
鎮痛剤 ちんつうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αναλγητικό, παυσίπονο, ηρεμιστικό, κατασταλτικό
鎮静 ちんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατευνασμός, ηρεμία, κατασίγαση, εφησυχασμός, υποχώρηση
  2. 02 καταστολή
鎮静剤 ちんせいざい

ουσιαστικό

  1. 01 ηρεμιστικό, κατασταλτικό
鎮静化 ちんせいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταλάγιασμα, ηρεμία
鎮守 ちんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική θεότητα του Σιντοϊσμού, προστάτης θεός
鎮痛 ちんつう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανακούφιση από τον πόνο, καταστολή του πόνου
鎮魂歌 ちんこんか

ουσιαστικό

  1. 01 επικήδειος ύμνος, εξόδιος ακολουθία
鎮守府 ちんじゅふ

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτική περιφέρεια (του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού), ναύσταθμος
  2. 02 στρατιωτική βάση (για την καταστολή των Εμίσι, στην αρχαία Ιαπωνία)
鎮め しずめ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος, καταστολή, καταστολή
鎮撫 ちんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατευνασμός, ειρήνευση
鎮護 ちんご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φύλαξη, προστασία
鎮台 ちんだい

ουσιαστικό

  1. 01 φρουρά (κατά την περίοδο Μεϊτζί)
鎮痛薬 ちんつうやく

ουσιαστικό

  1. 01 αναλγητικό
鎮定 ちんてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταστολή (π.χ. μιας εξέγερσης), ειρήνευση
鎮魂祭 ちんこんさい

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή για την ανάπαυση της ψυχής
  2. 02 τελετή προσευχής για τη μακροζωία του αυτοκράτορα, της αυτοκράτειρας, του διαδόχου του θρόνου κ.λπ.