門前払い
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διώξιμο στην πόρτα, άρνηση εισόδου, κλείσιμο της πόρτας στα μούτρα κάποιου
- 02 απόρριψη χωρίς εξέταση, άρνηση χωρίς ουσιαστική έρευνα
- 03 ιστορικό εκδίωξη από την πύλη του δικαστικού μεγάρου (η ελαφρύτερη ποινή κατά την περίοδο Έντο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 門前払いする
- Παρόν (ευγενικό)
- 門前払いします
- Άρνηση (απλή)
- 門前払いしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 門前払いしません
- Παρελθόν (απλό)
- 門前払いした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 門前払いしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 門前払いしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 門前払いしませんでした
- Τε-μορφή
- 門前払いして
- Δυνητική
- 門前払いできる
- Προστακτική
- 門前払いしろ
- Βουλητική
- 門前払いしよう
- Υποθετική (ば)
- 門前払いすれば
- Υποθετική (たら)
- 門前払いしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 門前払いしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 門前払いするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 門前払いしなさい
- Παθητική
- 門前払いされる
- Αιτιατική
- 門前払いさせる