2 αποτελέσματα για «閊»

閊える つかえる

ρήμα

  1. 01 κολλάω, σφηνώνω, βουλώνω
  2. 02 είμαι μη διαθέσιμος, είμαι απασχολημένος, είμαι κατειλημμένος, είμαι γεμάτος
  3. 03 στοιβάζομαι (π.χ. για εργασίες)
  4. 04 κομπιάζω (στον λόγο), σκοντάφτω (στα λόγια μου), τραυλίζω
  5. 05 νιώθω σφίξιμο (στο στήθος ή στον λαιμό, λόγω θλίψης, άγχους, ασθένειας κ.λπ.), νιώθω πίεση, νιώθω πόνο
  1. 01 φράζομαι
  2. 02 μπλοκάρομαι
  3. 03 (κόκουτζι)