26 αποτελέσματα για «閑»

閑散 かんさん

επίρρημα, επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 έρημος (ιδίως για κατάστημα, αγορά, πόλη, δρόμους), ήσυχος, ακίνητος, βουβός, άδειος
  2. 02 ανενεργός (για επιχειρήσεις, εμπόριο κ.λπ.), υποτονικός, στάσιμος, εκτός εποχής, ήσυχος, νωθρός
  3. 03 αργόσχολος, ελεύθερος, απασχόλητος
閑静 かんせい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ήσυχος (π.χ. γειτονιά), γαλήνιος, ήρεμος
かん

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερος χρόνος, διαθέσιμος χρόνος, ανάπαυλα
閑話休題 かんわきゅうだい

σύνδεσμος

  1. 01 επιστρέφοντας στο θέμα μας, ας επανέλθουμε στο κύριο θέμα, ως εδώ οι παρεκβάσεις
閑職 かんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ήσυχη θέση, θέση χωρίς ιδιαίτερες ευθύνες, αργομισθία
閑古鳥が鳴く かんこどりがなく

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι έρημος (λόγω έλλειψης δραστηριότητας), βρίσκομαι σε οικονομική κάμψη (για επιχείρηση)
閑古鳥 かんこどり

ουσιαστικό

  1. 01 κούκος
閑寂 かんじゃく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ήσυχος, γαλήνιος, ήρεμος
閑却 かんきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμέλεια, περιφρόνηση
閑話 かんわ

ουσιαστικό

  1. 01 σιγανή ομιλία, ήσυχη συζήτηση
  2. 02 φλυαρία, ανούσια κουβέντα
閑人 かんじん

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος με άφθονο ελεύθερο χρόνο, αργόσχολος, τεμπέλης
閑居 かんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ήρεμη και απομονωμένη ζωή, ήσυχο καταφύγιο, άεργος βίος
閑雅 かんが

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εκλεπτυσμένος, κομψός
閑談 かんだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ήσυχη συζήτηση, χαλαρή κουβέντα
閑暇 かんか

ουσιαστικό

  1. 01 ελεύθερος χρόνος, αναψυχή
閑散期 かんさんき

ουσιαστικό

  1. 01 νεκρή περίοδος, εκτός εποχής, περίοδος χαμηλής κίνησης
閑地 かんち

ουσιαστικό

  1. 01 ήσυχο μέρος, ακαλλιέργητη γη, χέρσο έδαφος, λιγότερο απαιτητική εργασία, αργομισθία, ζωή ήρεμης συνταξιοδότησης
閑々 かんかん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 ήρεμα, ψύχραιμα
閑日月 かんじつげつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπαυλα, ελεύθερος χρόνος
閑文字 かんもじ

ουσιαστικό

  1. 01 αδιάφορες λέξεις (σε γραπτό κείμενο), άχρηστες λέξεις, κενές λέξεις