16 αποτελέσματα για «閣»

閣下 かっか

ουσιαστικό

  1. 01 Εξοχότητά σας, η Αυτού Εξοχότητα, η Αυτής Εξοχότητα
閣僚 かくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μέλη υπουργικού συμβουλίου
閣議 かくぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου
閣議決定 かくぎけってい

ουσιαστικό

  1. 01 απόφαση υπουργικού συμβουλίου
閣僚会議 かくりょうかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργικό συμβούλιο, συνεδρίαση υπουργών
閣僚級 かくりょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργικού επιπέδου
閣内 かくない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός του υπουργικού συμβουλίου
閣員 かくいん

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός κυβέρνησης
閣僚レベル かくりょうレベル

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργικού επιπέδου
閣外 かくがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός κυβερνητικού συμβουλίου
閣僚理事会 かくりょうりじかい

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργικό συμβούλιο
閣閣 かくかく

επίρρημα, άλλο

  1. 01 κρωξιμο βατραχων
閣内相 かくないしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργοί του υπουργικού συμβουλίου
閣外相 かくがいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός εκτός κυβερνητικού συμβουλίου, υφυπουργός
閣外協力 かくがいきょうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοβουλευτική συνεργασία με την κυβέρνηση χωρίς συμμετοχή στο υπουργικό συμβούλιο
  1. 01 πύργος
  2. 02 ψηλό κτίριο
  3. 03 παλάτι