14 αποτελέσματα για «閲»
閲覧 えつらん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιθεώρηση, ανάγνωση, μελέτη
- 02 περιήγηση (στο διαδίκτυο)
閲覧室 えつらんしつ
ουσιαστικό
- 01 αναγνωστήριο
閲 えつ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος (ειδικά εγγράφου), σφραγίδα έγκρισης (για έγγραφο)
閲兵 えっぺい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στρατιωτική παρέλαση, επιθεώρηση στρατευμάτων
閲覧者 えつらんしゃ
ουσιαστικό
- 01 αναγνώστης, επισκέπτης (ιστοσελίδας)
閲覧数 えつらんすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός προβολών (βίντεο κ.λπ.), καταμέτρηση προβολών
閲歴 えつれき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επαγγελματική σταδιοδρομία
閲する えっする
ρήμα
- 01 επιθεωρώ, εξετάζω, ελέγχω
- 02 παρέρχομαι, περνώ (για τον χρόνο)
閲読 えつどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάγνωση, προσεκτική μελέτη
閲覧注意 えつらんちゅうい
άλλο
- 01 προσοχή κατά την προβολή, ακατάλληλο για εργασιακό περιβάλλον, NSFW
閲兵台 えっぺいだい
ουσιαστικό
- 01 εξέδρα επισήμων
閲す えっす
ρήμα
- 01 επιθεωρώ, εξετάζω, ελέγχω
- 02 παρέρχομαι, περνώ (για τον χρόνο)
閲兵式 えっぺいしき
ουσιαστικό
- 01 στρατιωτική επιθεώρηση, παρέλαση στρατευμάτων
閲
- 01 αναθεώρηση, επισκόπηση
- 02 επιθεώρηση, έλεγχος
- 03 αναθεώρηση, διόρθωση