72 αποτελέσματα για «除»

除く のぞく N3

ρήμα

  1. 01 αφαιρώ, απομακρύνω, ξεφορτώνομαι, εξαλείφω
  2. 02 αποκλείω, εξαιρώ, παραλείπω, αφήνω απ' έξω
  3. 03 σκοτώνω (έναν προδότη, αντίπαλο κ.λπ.)
除外 じょがい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαίρεση, αποκλεισμός
除去 じょきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφαίρεση, απαλλαγή από κάτι
じょ

ουσιαστικό

  1. 01 διαίρεση
除け よけ

ουσιαστικό

  1. 01 προστασία, απωθητικό
除名 じょめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαγραφή ονόματος, διαγραφή (από κατάλογο), αποβολή, αφορισμός
除霊 じょれい

ουσιαστικό

  1. 01 εξορκισμός
除隊 じょたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στρατιωτική απόλυση
除夜の鐘 じょやのかね

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ναϊκή καμπάνα που χτυπά 108 φορές την παραμονή της Πρωτοχρονιάς
除籍 じょせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαγραφή ονόματος
  2. 02 αποβολή (π.χ. από σχολείο), απόσυρση από την κυκλοφορία
除雪 じょせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχιονισμός
除菌 じょきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απολύμανση, στείρωση
除草剤 じょそうざい

ουσιαστικό

  1. 01 ζιζανιοκτόνο
除染 じょせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απολύμανση (π.χ. από χημική ή ραδιενεργή μόλυνση)
除幕式 じょまくしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή αποκαλυπτηρίων
除草 じょそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεχορτάριασμα
除雪作業 じょせつさぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία αποχιονισμού
除夜 じょや

ουσιαστικό

  1. 01 παραμονή Πρωτοχρονιάς
除雪車 じょせつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκχιονιστικό μηχάνημα
除細動器 じょさいどうき

ουσιαστικό

  1. 01 απινιδωτής